πανεπιστημιακός

(προωθήθηκε από πανεπιστημιακό)
Μεταφράσεις

πανεπιστημιακός

(panepistimia'kos) αρσενικό

πανεπιστημιακή

(panepistimia'ci) θηλυκό

πανεπιστημιακό

universityuniversidadUniversitätuniversitàuniversitéуниверситетuniversiteituniversidadeuniwersytetУниверситетהאוניברסיטה大学대학Universitetมหาวิทยาลัย (panepistimia'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το πανεπιστήμιο πανεπιστημιακό δίπλωμα πανεπιστημιακές σπουδές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close