πανικοβάλλω

Μεταφράσεις

πανικοβάλλω

panic (paniko'valo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να χάσει την ψυχραιμία του
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close