πανύψηλος

(προωθήθηκε από πανύψηλη)
Μεταφράσεις

πανύψηλος

(pa'nipsilos) αρσενικό

πανύψηλη

(pa'nipsili) θηλυκό

πανύψηλο

towering (pa'nipsilo) ουδέτερο
1. πάρα πολύ ψηλός πανύψηλο κτίριο
2. (για άνθρωπο) πολύ ψηλός Eίναι πανύψηλος.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close