παράλογος

(προωθήθηκε από παράλογη)
Μεταφράσεις

παράλογος

(pa'raloɣos) αρσενικό

παράλογη

(pa'raloʝi) θηλυκό

παράλογο

absurd, misguided, senseless, unreasonableabsurde, aberrant, déraisonnableабсурдный, неблагоразумный, иррациональныйسَخِيف, غَيْرُ مَعْقُولabsurdní, nerozumnýabsurd, urimeligabsurd, unzumutbarabsurdo, irrazonablejärjetön, kohtuutonapsurdan, nerazumanassurdo, irragionevoleばかげた, 不当な불합리한absurd, onredelijkabsurd, urimeligabsurdalny, nierozsądnyabsurdo, despropositado, irrazoávelabsurd, orimligไม่สมเหตุสมผล, ไร้สาระmantıksız, saçmangớ ngẩn, vô lý不讲道理的, 荒唐的 (pa'raloɣo) ουδέτερο
επίθετο
που δε στηρίζεται στη λογική παράλογη σκέψησυμπεριφορά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close