παράνομος

(προωθήθηκε από παράνομη)
Μεταφράσεις

παράνομος

(pa'ranomos) αρσενικό

παράνομη

(pa'ranomi) θηλυκό

παράνομο

illegal, outlawillégal, hors-la-loi, illiciteilegalغَيْرُ قَانُونِيٌّnelegálníillegalillegalilegallaitonilegalanillegale不法な불법의illegaalulovlignielegalnyilegalнезаконныйolagligผิดกฎหมายyasadışıbất hợp pháp非法的, 非法非法 (pa'ranomo) ουδέτερο
επίθετο
αντίθετος από το νόμο παράνομο εμπόρευμα παράνομη στάθμευση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close