παράτολμος

(προωθήθηκε από παράτολμο)
Μεταφράσεις

παράτολμος

(pa'ratolmos) αρσενικό

παράτολμη

(pa'ratolmi) θηλυκό

παράτολμο

audacious, foolhardy, rash, reckless, temerarious (pa'ratolmo) ουδέτερο
επίθετο
ριψοκίνδυνος παράτολμο σχέδιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close