παρέκκλιση

Μεταφράσεις

παρέκκλιση

deviation, aberrationafwijkingдевиация (pa'reklisi)
ουσιαστικό θηλυκό
η απομάκρυνση από κπ θέση, αρχή παρέκκλιση από κανονισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close