παρέμβαση

Μεταφράσεις

παρέμβαση

encroachmentintervención介入干預Interventioninterventioninterventionintervençãoהתערבותinterventie개입干预интервенцияintervence (pa'remvasi)
ουσιαστικό θηλυκό
επέμβαση, ανάμειξη Η παρέμβασή του ήταν θετική.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close