παραμένω
(προωθήθηκε από παρέμεινα)Μεταφράσεις
παραμένω
remainيَبْقىzůstatforbliveverbleibenquedarsejäädäresterostatirimanere・・・のままである남아 있다blijvengjenståpozostaćpermanecerоставатьсяstanna kvarคงอยู่kalmakduy trì保持 (para'meno)ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. μένω Παρέμεινε στο σταθμό κι αφού έφυγε το τρένο. παραμένω μόνος
2. εξακολουθώ να είμαι Παραμένει ο καλύτερος μαθητής.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.