παρένθεση

Μεταφράσεις

παρένθεση

parenthesis, bracketparenthèseparéntesis括号parentes괄호parentesวงเล็บ (pa'renθesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το σημείο στίξης (...) βάζω σε παρένθεση
2. μεταφορικά σε ομιλία η σύντομη παρέμβαση άλλου θέματος Μετά από αυτή την παρένθεση, μπορώ να συνεχίσω τη διήγηση.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close