παραβιάζω

Μεταφράσεις

παραβιάζω

breach, infringe, violate, burgleيَسْطُوvyloupitbegå indbrud ieinbrechenrobartehdä murtovarkauscambriolerprovalitisvaligiare泥棒に入る강도질하다inbrekenbryte (seg) innwłamać sięassaltarсовершать кражу со взломомgöra inbrottบุกเข้ามาขโมยของsoymakăn trộm偷窃 (paravi'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παραβαίνω, καταπατώ παραβιάζω κανονισμό παραβιάζω τα ανθρώπινα δικαιώματα
2. ανοίγω πέρασμα βίαια, χωρίς έγκριση παραβιάζω πόρταπαράθυρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close