παρακάμπτω

Μεταφράσεις

παρακάμπτω

circumvent (para'kampto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αποφεύγω, ξεφεύγω από κτ παρακάμπτω ένα εμπόδιο
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close