παραχωρώ

Μεταφράσεις

παραχωρώ

bestow, concede (paraxo'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω παραχωρώ δικαίωμα σε κπ
2. αφήνω κτ σε άλλον παραχωρώ τη θέση μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close