παρείσακτος

Μεταφράσεις

παρείσακτος

(pa'risaktos) αρσενικό

παρείσακτη

(pa'risakti) θηλυκό

παρείσακτο

adventitious (pa'risakto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν ανήκει εκεί που βρίσκεται νιώθω παρείσακτος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close