παρεμβαίνω

Μεταφράσεις

παρεμβαίνω

intervene, in, interfereintervenir (parem'veno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
επεμβαίνω, ανακατεύομαι παρεμβαίνω στα προσωπικά κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close