παρωχημένος

(προωθήθηκε από παρωχημένη)
Μεταφράσεις

παρωχημένος

(paroçi'menos) αρσενικό

παρωχημένη

(paroçi'meni) θηλυκό

παρωχημένο

veraltetعفا عليها الزمنnieaktualnezastaraléמיושן (paroçi'meno) ουδέτερο
επίθετο
ξεπερασμένος παρωχημένη πρακτική
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close