παστεριωμένος

(προωθήθηκε από παστεριωμένη)
Μεταφράσεις

παστεριωμένος

(pasterio'menos) αρσενικό

παστεριωμένη

(pasterio'meni) θηλυκό

παστεριωμένο

مُبَسْتَرٌpasterizovanýpasteuriseretpasteurisiertpasteurizedpasteurizadopastöroitupasteurisépasteriziranpastorizzato低温殺菌した저온살균한gepasteuriseerdpasteurisertpasteryzowanypasteurizadoпастеризованныйpastöriseradที่ผ่านการฆ่าเชื้อโรคpastörizeđã được tiệt trùng消过毒的пастьоризирано (pasterio'meno) ουδέτερο
επίθετο
αποστειρωμένος παστεριωμένο γάλα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close