παύω

Μεταφράσεις

παύω

stop, cease ('pavo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. σταματάω Έπαψα να τη βλέπω.
2. σταματάω να μιλάω Πάψε επιτέλους!
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close