πειθαρχημένος

(προωθήθηκε από πειθαρχημένο)
Μεταφράσεις

πειθαρχημένος

(piθarçi'menos) αρσενικό

πειθαρχημένη

(piθarçi'meni) θηλυκό

πειθαρχημένο

disciplineddisciplinadogedisciplineerddisciplinado징계 (piθarçi'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει πειθαρχήσει ένα πειθαρχημένο πλήθος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close