πεπεισμένος

(προωθήθηκε από πεπεισμένη)
Αναζητήσεις σχετικές με πεπεισμένη: πεπεισμένος
Μεταφράσεις

πεπεισμένος

(pepi'zmenos) αρσενικό

πεπεισμένη

(pepi'zmeni) θηλυκό

πεπεισμένο

convincedconvaincuconvintoovertuigdconvencido相信相信משוכנע確信확신 (pepi'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει πειστεί για κτ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close