πεπερασμένος

(προωθήθηκε από πεπερασμένη)
Μεταφράσεις

πεπερασμένος

(pepera'zmenos) αρσενικό

πεπερασμένη

(pepera'smeni) θηλυκό

πεπερασμένο

finiteeindigefinitoskończony有限有限finiteסופי有限유한 (pepera'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
μαθηματικά που δεν είναι άπειρος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close