περίοπτος

(προωθήθηκε από περίοπτο)
Μεταφράσεις

περίοπτος

(pe'rioptos) αρσενικό

περίοπτη

(pe'riopti) θηλυκό

περίοπτο

conspicuous (pe'riopto) ουδέτερο
επίθετο
που φαίνεται από παντού περίοπτη θέση
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close