περίπλοκος

(προωθήθηκε από περίπλοκο)
Μεταφράσεις

περίπλοκος

(pe'riplokos) αρσενικό

περίπλοκη

(pe'riploci) θηλυκό

περίπλοκο

complex, tricky, complicated, intricate, tortuouscomplessicomplexoкомплекс复杂複雜מורכבות복잡한ซับซ้อน (pe'riploko) ουδέτερο
επίθετο
πολύπλοκος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close