υπερηφανεύομαι

(προωθήθηκε από περηφανεύομαι)
Μεταφράσεις

(υ) περηφανεύομαι

( iperifa'nevome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. καμαρώνω περηφανεύομαι για κτγια κπ
2. νιώθω υπεροψία υπερηφανεύομαι για τις επιτυχίες μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close