περιορισμός

Μεταφράσεις

περιορισμός

restriction, limitation (periori'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. μείωση βάζω περιορισμό σε κτ
2. έλεγχος o περιορισμός κινήσεων o περιορισμός χρόνου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close