περιοριστικός

(προωθήθηκε από περιοριστική)
Μεταφράσεις

περιοριστικός

(perioristi'kos) αρσενικό

περιοριστική

(perioristi'ci) θηλυκό

περιοριστικό

restrictiverestrittiverestrictivesограничительныеrestritivasограничителниomezujícírestriktiveจำกัด (perioristi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που περιορίζει κπ περιοριστικά μέτρα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close