περιοριστικός

(προωθήθηκε από περιοριστική)
Μεταφράσεις

περιοριστικός

(perioristi'kos) αρσενικό

περιοριστική

(perioristi'ci) θηλυκό

περιοριστικό

restrictiverestriktiveограничительныеrestritivasomezujícíจำกัดrestrictivesограничителниrestrittive (perioristi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που περιορίζει κπ περιοριστικά μέτρα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close