περιπετειώδης

(προωθήθηκε από περιπετειώδες)
Μεταφράσεις

περιπετειώδης

(peripeti'oðis) αρσενικό-θηλυκό

περιπετειώδες

مُغَامِرdobrodružnýrisikovilligabenteuerlustigadventurousintrépido, aventureroseikkailunhaluinenaventureuxpustolovanavventuroso冒険好きな모험을 좋아하는avontuurlijkeventyrlystenśmiałyaventureiroбезрассудно смелыйäventyrligชอบผจญภัยmaceraperest, cesur, gözüpekmạo hiểm历险性的, 冒险Приключенски冒險 (peripeti'oðes) ουδέτερο
επίθετο
1. που μοιάζει με περιπέτεια περιπετειώδες ταξίδι περιπετειώδης ζωή
2. που του αρέσουν οι περιπέτειες περιπετειώδης τύπος
3. που χαρακτηρίζεται από περιπέτεια περιπετειώδες έργο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close