περιστασιακός

Μεταφράσεις

περιστασιακός

(peristasia'kos) αρσενικό

περιστασιακή

(peristasia'ci) θηλυκό

περιστασιακό

مِن وَقْتٍ لِآخَرِpříležitostnýlejlighedsvisgelegentlichoccasionalesporádicosatunnainenoccasionnelpovremenoccasionale時折の가끔의incidenteelsporadiskokazyjnyde vez em quandoслучайныйtillfälligซึ่งเป็นครั้งคราวara sırathỉnh thoảng偶尔的 (peristasia'ko) ουδέτερο
επίθετο
ευκαιριακός, όχι μόνιμος περιστασιακά έσοδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close