περιτριγυρίζω

Μεταφράσεις

περιτριγυρίζω

(peritriʝi'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. περιβάλλω Τους περιτριγύρισαν οι αστυνομικοί.
2. προσπαθώ να πλησιάσω H γρίπη με περιτριγυρίζει.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close