περιττεύω

Μεταφράσεις

περιττεύω

(peri'tevo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
είμαι περιττός Τα σχόλια περιττεύουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close