πεσιμιστής

(προωθήθηκε από πεσιμίστρια)
Μεταφράσεις

πεσιμιστής

(pesimi'stis) αρσενικό

πεσιμίστρια

مُتَشَائِمٌpesimistapessimistPessimistpessimistpesimistapessimistipessimistepesimistpessimista悲観主義者비관주의자pessimistpessimistpesymistapessimistaпессимистpessimistคนมองโลกในแง่ร้ายkötümserngười bi quan悲观论者 (pesi'mistria) θηλυκό
επίθετο
ο απαισιόδοξος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close