πετρέλαιο

Μεταφράσεις

πετρέλαιο

oil, petroleumpetrolopétrolepetróleoÖlolioнефтьoliepetróleoالنفطolejolejolieשמןoljaน้ำมัน (pe'treleo)
ουσιαστικό ουδέτερο
καύσιμη ύλη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close