πηγαίος

Μεταφράσεις

πηγαίος

(pi'ʝeos) αρσενικό

πηγαία

(pi'ʝea) θηλυκό

πηγαίο

sourcefuenteQuellesourceисточникbronfonteизточникzdrojkildelähdeמקורKälla (pi'ʝeo) ουδέτερο
επίθετο
αυθόρμητος πηγαίο χιούμορ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close