πηχτός

(προωθήθηκε από πηχτό)
Μεταφράσεις

πηχτός

(pi'xtos) αρσενικό

πηχτή

(pi'xti) θηλυκό

πηχτό

dicht, zähflüssig, dick (pi'xto) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει πήξει πηχτή σάλτσα
2. μεταφορικά πυκνός πηχτό σκοτάδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close