πικραμένος

(προωθήθηκε από πικραμένη)
Μεταφράσεις

πικραμένος

(pikra'menos) αρσενικό

πικραμένη

(pikra'meni) θηλυκό

πικραμένο

(pikra'meno) ουδέτερο
επίθετο
πολύ στενοχωρημένος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close