πινέλο

Μεταφράσεις

πινέλο

paintbrush, brushفُرْشَاةُ الْدِهْانِštětecmalerpenselPinselpincelsivellinpinceaukistpennello絵筆그림붓verfkwastmalekostpędzel do malowaniapincelкистьpenselแปรงทาสีboya fırçasıbút vẽ漆刷четкаמברשת (pi'nelo)
ουσιαστικό ουδέτερο
εργαλείο ζωγραφικής και βαφής
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close