πιστός

(προωθήθηκε από πιστό)
Μεταφράσεις

πιστός

(pi'stos) αρσενικό

πιστή

(pi'sti) θηλυκό

πιστό

Glauben, treufaithful, believer, perfect, solid, true-blue, votary, true, devout, loyalcroyant, fidèlefedeleمُخْلِصvěrnýtrofastfiel, lealuskollinenvjeran忠実な성실한loyaallojalwiernyfielверныйtrogenเชื่อถือได้sadıktrung thành忠实的, 忠诚忠誠נאמן (pi'sto) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν προδίδει την πίστη του πιστός χριστιανός πιστός σύζυγος
2. που εμπνέει εμπιστοσύνη πιστός φίλος
3. ακριβής πιστό αντίγραφο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close