πλέξιμο

Αναζητήσεις σχετικές με πλέξιμο: Μάλι
Μεταφράσεις

πλέξιμο

حَبْكpletenístrikningStrickenknittingpunto, tejidoneuletyötricotpletenjelavoro a maglia編物뜨개질breiwerkstrikkingdziewiarstwotricôвязаниеstickningการถักörgüviệc đan len编织, 针织針織סריגה ('pleksimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να πλέκει κν κτ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close