πλήγμα

Μεταφράσεις

πλήγμα

golpecolpoударslagslagמכה打撃 ('pliɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. δυνατό χτύπημα καταφέρνω πλήγμα στον εχθρό
2. μεταφορικά δοκιμασία δέχομαι πλήγμα αδιαμαρτύρητα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close