πλήρωμα

Μεταφράσεις

πλήρωμα

crew, paymentطاقِمposádkabesætningBesatzungtripulaciónmiehistöéquipageposadaequipaggio乗組員승무원bemanningmannskapzałogatripulaçãoкомандаbesättningลูกเรือtayfathủy thủ đoàn全体人员 ('pliroma)
ουσιαστικό ουδέτερο
το προσωπικό αεροπλάνου ή πλοίου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close