πληθυντικός

Μεταφράσεις

πληθυντικός

Mehrzahl, Pluralpluralplurielpluralismeervoud, meervoudsvormliczba mnogaجَمْعmnožné čísloflertalsformpluralmonikkomnožinaplurale複数복수flertallsformpluralмножественное числоpluralพหูพจน์çoğulsố nhiều复数複數 (pliθindi'kos)
ουσιαστικό αρσενικό
γραμματική ένας από τους δύο γραμματικούς αριθμούς
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close