πληρώνω

Μεταφράσεις

πληρώνω

bezahlen, zahlenpay, remuneratepayerpagarيَدْفَعُplatitbetalepagarmaksaaplatitipagare支払う지불하다betalenbetalezapłacićплатитьbetalaจ่ายödemekthanh toán付钱, 薪酬薪酬לשלם (pli'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αμοίβω πληρώνω ένα λογαριασμό
2. μεταφορικά ζω τις συνέπειες μιας πράξης μου Πλήρωσα ακριβά αυτό το ψέμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close