πλωτός

(προωθήθηκε από πλωτό)
Μεταφράσεις

πλωτός

(plo'tos) αρσενικό

πλωτή

(plo'ti) θηλυκό

πλωτό

floating (plo'to) ουδέτερο
επίθετο
1. που επιπλέει πλωτή πλατφόρμα
2. που μπορεί κανείς να περάσει πλέοντας πλωτό πέρασμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close