πνίγω

Μεταφράσεις

πνίγω

smother, muffle, overwhelm, stifle, suffocate, drownيَغْرَقُutopit (se)drukneertrinkenahogarhukkuase noyerutopiti seaffogare溺死する익사하다verdrinkendrukneutopić sięafogarтонутьdrunknaจมน้ำsuda boğulmakchết đuối溺水 ('pniɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. στραγγαλίζω Τον έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια.
2. θανατώνω κπ κρατώντας τον κάτω από το νερό Τον έπνιξε στο ποτάμι.
3. μεταφορικά γεμίζω πνίγω κπ στα φιλιά
4. μεταφορικά καταπιέζω Αυτή η δουλειά με πνίγει.
5. μεταφορικά καλύπτω, κουκουλώνω πριν γίνει αισθητό πνίγω σκάνδαλο πνίγω μια κραυγή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close