πνιχτός

(προωθήθηκε από πνιχτό)
Μεταφράσεις

πνιχτός

(pni'xtos) αρσενικό

πνιχτή

(pni'xti) θηλυκό

πνιχτό

(pni'xto) ουδέτερο
επίθετο
που εμποδίζεται να βγει πνιχτή κραυγήφωνή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close