πολιορκητής

(προωθήθηκε από πολιορκήτρια)
Μεταφράσεις

πολιορκητής

(poliorci'tis) αρσενικό

πολιορκήτρια

(polior'citria) θηλυκό
ουσιαστικό
που κάνει πολιορκία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close