πολλαπλάσιος

Μεταφράσεις

πολλαπλάσιος

(pola'plasios) αρσενικό

πολλαπλάσια

(pola'plasia) θηλυκό

πολλαπλάσιο

multiplemultiplemúltiplesmehrereнесколькоmeerdereمتعددةvíceמרובים여러หลาย (pola'plasio) ουδέτερο
επίθετο
μία ή περισσότερες φορές μεγαλύτερος από το αρχικό ποσό πολλαπλάσια αξία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close