πονηρός

(προωθήθηκε από πονηρή)
Μεταφράσεις

πονηρός

(poni'ros) αρσενικό

πονηρή

(poni'ri) θηλυκό

πονηρό

rusé, malinsly, artful, cunning, sneaky, trickyكَتُومmazanýsnediglistigmalicioso, taimado, Slyviekasprepredenscaltroずるい교활한sluwsluprzebiegłydissimulado, Slyхитрыйslugซึ่งมีเล่ห์เหลี่ยม อย่างฉลาดแกมโกงkurnazranh mãnh狡猾的, 狡猾狡猾 (poni'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που χαρακτηρίζεται από πονηριά πονηρή γυναίκα
2. έξυπνος πονηρό τέχνασμα
3. σκανταλιάρικος πονηρό χαμόγελο
4. σχετικός με ερωτισμό πονηρές ιστορίες
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close