πονηριά

Μεταφράσεις

πονηριά

artificemaliceastuciaastuziaastúcia狡猾狡猾 (ponir'ja)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η χρήση πλάγιων μέσων πετυχαίνω κτ με πονηριά
2. στρατηγική, κόλπο η πονηριά του Οδυσσέα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close