πορνογραφία

Αναζητήσεις σχετικές με πορνογραφία: φύλο
Μεταφράσεις

πορνογραφία

pornographyпорнографияإِبَاحِيَّةpornografiepornografiPornografiepornografíapornografiapornographiepornografijapornografiaポルノ포르노pornografiepornografipornografiapornografiapornografiหนังสือ ภาพ เรื่องเขียน หนังและศิลปะที่ลามกpornografitranh ảnh khiêu dâm色情品порнографияפורנוגרפיה (pornoɣra'fia)
ουσιαστικό θηλυκό
η παραγωγή έργων πορνό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close